Τον Ιούνιο του 1826, αμέσως μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου, ο φιλέλληνας συγγραφέας και ποιητής V. Hugo, γράφει το ποίημα “Τα κεφάλια του Σαραγιού”. Ανήκει στη συλλογή “Τα ανατολίτικα, 1829”
Σε αυτό το ποίημα, ο ποιητής φαντάζεται τα κομμένα κεφάλια των ηρώων, όπως του Μ. Μπότσαρη και του Κ. Κανάρη, να “συνομιλούν” και να εξιστορούν το ηρωικό τους τέλος.
Για ποιο λόγο γράφει ένα τέτοιο ποίημα;
Σκοπός του είναι
- να τονίσει τη βαρβαρότητα των Τούρκων
- να αναδείξει το ψυχικό μεγαλείο και την ιερότητα της θυσίας των Ελλήνων στο Μεσολόγγι
- και να “ξυπνήσει¨την Ευρώπη, να μάθει για τη σφαγή και να σταθεί στο πλευρό της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Το ποίημα είναι αρκετά μεγάλο. Διάλεξα το απόσπασμα στο οποίο μιλάει η τρίτη φωνή, ο γέροντας επίσκοπος Ιωσήφ προς τους Μεσολογγίτες. Είναι λίγο πριν την Έξοδο και τους καλεί να κοινωνήσουν. Περιγράφει την εξαθλίωσή τους και την πείνα τους. Χαρακτηριστική είναι η στιγμή που η μάνα δεν έχει γάλα να θηλάσει το παιδί της, κι από το στήθος βγαίνει αίμα.
Μέ στεντορεία τή φωνή τούς φώναξα ᾿γώ τότες
–Έλθετε, άνδρες, γέροντες, γυναίκες καί παιδία
μέ τήν αγιά Μετάληψι όλοι μας εις τό στόμα
άς πούμε μέσ᾿ απ’ τή καρδιά τό ύστατό μας χαίρε,
καί όποιος ζήση θά χαρή σ᾽ αυτό τό άγιο χώμα
γιατί θ’ ανοίξουν καί γιά μάς καλλίτεραι ημέραι.
᾿Από τά χέργια μου λοιπόν αδέρφια μου δεχθήτε
στό άγιο Βήμα τού Χριστού τή θεία Κοινωνία
καί πέσετε στά γόνατα γιά νά προσευχηθήτε
νά βρήτε κάν τή ψυχική σέ δαύτη σωτηρία.
Δεχθήτε απ᾿ τά χέργια μου τόν λίγον άρτο σκλάβοι
όπου στή δυστυχία μας μάς έχει απομείνει
π᾿ όποιος τόν φάγη, τή ψυχή, κι᾽ όποιος τόν μεταλάβη
ψηλά εις τόν ουρανό αιώνια παραδίνει. –»
Ναί! ᾿Οποία ιερά θεία μυσταγωγία
Θνήσκοντες καί ακίνητοι εν πλήρει μετανοία
εις τά χλωμά τά χείλη τους όλοι ζητούσαν τότες
τήν “Αγια Μετάληψι γονατιστοί ζητούσαν
γέροντες, νέοι καί παιδιά, γυναίκες και στρατιώτες,
παρθένες κρυνοδάχτυλες όπου λιμοκτονούσαν,
μητέρες πού στά στήθεια τους εβάσταγαν σάν δέμα
χλωμά απ’ τήν αρρώστεια τους καί μαραμένα βρέφη
–πού ρούφαγαν απ’ τό βυζί τής μάννας τους συναίμα
αντίς γιά γάλα γάργαρο εκείνο πού τά τρέφει.
Καί έφυγαν οί “Έλληνες μόλις είχε νυκτώσει….
᾽Αλλ’ όμως οι ᾿Αγαρηνοί προτού κάν νά φωτίση
τού Κάστρου τά χαλάσματα σέ λίγο είχαν ζώσει
καί τούς νεκρούς τούς άταφους είχαν πολιορκήσει.
Τίποτε δέν αφήκανε ολόρθο! Τό πατήσαν !
Μέ μιά ανήκουστη ορμή μέ μιά θηριωδία
όλα τά ξεγυμνώσανε καί όλα τά εγδύσαν |…


Από το ποίημα αυτό επηρεάστηκε ο ζωγράφος François Flameng (1856-1923) και ζωγράφισε το ομώνυμο έργο.

